πρόγκα


πρόγκα
η, Ν
1. θορυβώδης αποδοκιμασία, ομαδικός χλευασμός, γιουχάισμα
2. αποπομπή, διώξιμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά μία άποψη η λ. προέρχεται από σλαβ. bruca «προσβλητική αποπομπή»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πρόγκα — η (λ. ιταλ.), αποδοκιμασία με φωνές, ομαδικός χλευασμός: Μόλις φάνηκε στο μπαλκόνι άρχισε η πρόγκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προγκάρισμα — το, Ν πρόγκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προγκάρω κατά τα ουδ. σε ισμα] …   Dictionary of Greek

  • προγκίζω — και προγκάρω και προγκώ, άω και δ. γρφ. προγγίζω και προγγώ, άω, Ν [πρόγκα] 1. διώχνω κάποιον με φωνές και θόρυβο 2. χλευάζω ή αποδοκιμάζω ομαδικά 3. συμπεριφέρομαι απότομα ή βάναυσα σε κάποιον, τόν αποπαίρνω 4. (αμτβ.) (για ζώο) τρομάζω,… …   Dictionary of Greek

  • πρόγκημα — το, Ν [προγκώ] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προγκώ, η πρόγκα …   Dictionary of Greek

  • προγκίζω — και προγκάω πρόγκιξα, προγκισμένος 1. μτβ., με φωνές αποδιώχνω: Πρόγκα τα πρόβατα να πάνε πέρα. 2. κοροϊδεύω, αποδοκιμάζω με φωνές: Μόλις ανέβηκε στο βήμα, τον πρόγκιξε το πλήθος. 3. φέρνομαι βάναυσα, διώχνω κάποιον, τον αποπαίρνω: Ήρθε να μου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.